ΠΑΡΑΓΩΓΗ /paraˈʝo̞/ (Πα-ρα-γώ) Noun
- English
- manufacturing
- Deutsch
- die fertigung
Example
- Πολλές θέσεις εργασίας στη {παραγωγή} χάθηκαν κατά την ύφεση.
- Many jobs in manufacturing were lost during the recession.
- Το 'παραγωγή' εδώ είναι ο γενικός όρος για το σύνολο των εργοστασίων.