παραγωγή /ˈaʊtˌpʊt/ Noun

English
output
Deutsch
ergebnis

Example

  • Η **παραγωγή** (παραγωγή / αποτέλεσμα / εκροή) της βιομηχανίας αυξήθηκε κατά οκτώ τοις εκατό.
  • Manufacturing output has increased by 8 per cent.
  • Εδώ η «παραγωγή» είναι η πιο φυσική επιλογή για οικονομικά δεδομένα.