παραγωγικότητα /paraʝoʝikóˈtita/ Noun

English
productivity
Deutsch
produktivität

Example

  • Η μονάδα είδε αύξηση της παραγωγικότητας κατά 10%. [Απόδοση / Αποτελεσματικότητα / Ρυθμός παραγωγής] — της: Η μονάδα είδε αύξηση της παραγωγικότητας κατά 10%.
  • The factory saw a 10% rise in productivity.
  • Η 'παραγωγικότητα' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.