παραπλανητικό /para.planiˈtiko/ Adjective
- English
- misleading
- Deutsch
- irreführend
Example
- Η παραπλανητική διαφήμιση [εξαπατητικός / απατηλός / ψευδής] υποσχόταν αποτελέσματα αδύνατο να επιτευχθούν.
- The misleading advertisement promised results that were impossible to achieve.
- Το 'παραπλανητικός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό για διαφημίσεις.