παρέμβαση /paˈrevbasi/ Noun
- English
- intervention
- Deutsch
- der eingriff
Example
- Η **παρέμβαση** (ανάμειξη / διόρθωση / επέμβαση) της κυβέρνησης στην αγορά ακινήτων ήταν αμφιλεγόμενη.
- The government's intervention in the housing market was controversial.
- Εδώ τονίζεται η επίσημη, ρυθμιστική δράση.