περιορισμός /rɪˈstrɪkʃən/ Noun
- English
- restriction
- Deutsch
- beschränkung
Example
- Οι νέοι δασμοί εισαγωγών **περιορισμοί** (δεσμεύσεις / δεσμά / αλυσίδες) επιβράδυναν την εφοδιαστική μας αλυσίδα.
- The new import restrictions have slowed down our supply chain.
- Εδώ το 'περιορισμοί' λειτουργεί ως νομική/οικονομική έννοια.