Αναστολή / Πάγκος /stɔːl/ Noun

English
stall
Deutsch
stand

Example

  • Δουλεύει σε ένα **περίπτερο** στην πλατεία.
  • He works on a market stall in the Square.
  • Το 'περίπτερο' δίνει έμφαση στην κατασκευή/δομή.