πέτρα /ˈpetra/ Noun

English
stone
Deutsch
der stein

Example

  • Τα τείχη του κάστρου χτίστηκαν από γκρίζα [πέτρα] — του [λίθος] / [βότσαλο].
  • The castle walls were built of grey stone.
  • Η 'πέτρα' είναι η πιο κοινή λέξη για το δομικό υλικό.