ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ / ΝΤΕΛΙΚΑΤΟΣ /aɣapiménos/ Adjective

English
precious
Deutsch
wertvoll

Example

  • Κρατάει τα πολύτιμα κοσμήματά της σε κρυφή θυρίδα. [Πολύτιμος / Θησαυρός / Σπάνιος] — της: Κρατάει τα πολύτιμα κοσμήματά της σε κρυφή θυρίδα.
  • She keeps her precious jewelry in a hidden safe.
  • Εδώ τονίζεται η υλική αξία και η ανάγκη προστασίας.