ποπ /pop/ Adjective

English
pop
Deutsch
populär

Example

  • Έχει ένα έμφυτο ταλέντο να γράφει ένα τέλειο ποπ τραγούδι.
  • She has an uncanny ability to write a perfect pop song.
  • Η λέξη 'ποπ' εδώ είναι άμεση δανειοληψία και απολύτως κατανοητή.