ποσότητα /posoˈtita/ Noun

English
quantity
Deutsch
die menge

Example

  • Η συνταγή απαιτεί μια συγκεκριμένη ΠΟΣΟΤΗΤΑ αλευριού. [Μέτρηση / Εκτίμηση / Ακριβής]
  • The recipe requires a specific quantity of flour.
  • Εδώ η 'ποσότητα' είναι μετρήσιμη και κρίσιμη.