πρόγραμμα /proˈɣramːa/ Noun

English
schedule
Deutsch
zeitplan

Example

  • Έχω ένα πολύ φορτωμένο {πρόγραμμα} για τις επόμενες μέρες.
  • I have a hectic schedule for the next few days.
  • Εδώ το 'πρόγραμμα' καλύπτει την έννοια του 'busy schedule'.