Προσαρμογή /pro.sar.moˈʝi/ Noun
- English
- adjustment
- Deutsch
- anpassung
Example
- Έκανα μερικές [προσαρμογές] στο σχέδιο, σαν να έβαζα λίγο 'φως' στο σκηνικό.
- I've made a few adjustments to the design.
- Η 'προσαρμογή' είναι η πιο φυσική επιλογή για αλλαγές σε σχέδια ή συμπεριφορά.