Πρόθεση /proˈθɛsi/ Noun
- English
- intention
- Deutsch
- absicht
Example
- Δεν έχω καμία απολύτως [πρόθεση] — του [σκοπού] / του [βουλήματος] να παρατήσω τη δουλειά μου.
- I have no intention of quitting my job.
- Το «καμία απολύτως» τονίζει την έλλειψη βούλησης.