ψευδής /sfeðis/ Adjective

English
false
Deutsch
falsch

Example

  • Η δήλωση που έκανες είναι αποδεδειγμένα ψευδής (αποδεδειγμένα μη αληθής / φανερά ανακριβής / φανερά πλάσμα).
  • The statement you made is demonstrably false.
  • Η λέξη 'ψευδής' είναι η πιο άμεση μετάφραση.