ψηφίζω /p͡sifˈiːzo/ NounEnglishvoteDeutschdie stimme / abstimmenExampleΗ τελική [ψήφος] ήταν ομόφωνη.The final vote was unanimous.Εδώ η 'ψήφος' είναι το αποτέλεσμα της πράξης.