ψυγείο /psiˈʝio/ Noun

English
fridge
Deutsch
der kühlschrank

Example

  • Τα παιδιά τείνουν να αδειάζουν το ψυγείο μόλις γυρίσουν από το σχολείο.
  • The kids tend to raid the fridge when they get home from school.
  • Η λέξη 'αδειάζουν' (raid) είναι πιο ζωντανή από το 'ανοίγουν'.