παμπ /pʌb/ Noun

English
pub
Deutsch
kneipe

Example

  • Πάμε όλοι για ένα ποτό στο [παμπ] μετά τη δουλειά;
  • We're all going to the pub after work.
  • Η λέξη 'παμπ' είναι άμεση δανειοληψία και πολύ συχνή.