ρατσισμός /raˈt͡sizm/ Noun

English
racism
Deutsch
rassismus

Example

  • Η [ρατσισμός — μισαλλοδοξία / προκατάληψη / εθνικισμός] είναι το δηλητήριο της κοινωνίας.
  • She has dedicated her life to fighting against racism.
  • Χρησιμοποιούμε το 'δηλητήριο' για να τονίσουμε την καταστροφική του φύση.