τα ρούχα /ta ˈruχa/ Noun
- English
- clothing
- Deutsch
- kleidung
Example
- Οι εργάτες στο εργοστάσιο φορούν προστατευτικά [ένδυση: ενδυμασία / ντύσιμο / στολή].
- Workers at the factory wear protective clothing.
- Εδώ το 'ένδυση' είναι πιο επίσημο από το 'ρούχα'.