φαινομενικά /fe.no.me.niˈka/ Adverb

English
seemingly
Deutsch
scheinbar

Example

  • Μια φαινομενικά ανόητη ερώτηση συχνά οδηγεί σε μια λαμπρή διαίσθηση.
  • A seemingly stupid question often leads to a brilliant insight.
  • Το 'φαινομενικά' εδώ υποδηλώνει ότι η ερώτηση δεν ήταν πραγματικά ανόητη.