σιτάρι /siˈtari/ Ουσιαστικό

English
wheat
Deutsch
weizen

Example

  • Οι αγρότες ετοιμάζονται να θερίσουν [το σιτάρι] — του [αλεύρου] / [του σίτου] / [του σταχυού].
  • The farmers are preparing to harvest the wheat.
  • Η λέξη 'θερίζω' είναι η μαγνητική επιλογή εδώ.