Φόντο /ˈfɔndo/ Noun

English
backdrop
Deutsch
hintergrund

Example

  • Τα βουνά παρείχαν ένα δραματικό **σκηνικό** για την πικνίκ μας.
  • The mountains provided a dramatic backdrop for our picnic.
  • Το 'σκηνικό' είναι η πιο άμεση μετάφραση για οπτικό πλαίσιο.