Σκοτεινός /sko.tiˈnos/ Adjective
- English
- dark
- Deutsch
- dunkel
Example
- Το δωμάτιο ήταν **σκοτεινό** (άδειο από φως / χωρίς φως / μαύρο), γι' αυτό άναψα το λαμπάκι.
- The room was dark, so I turned on the lamp.
- Το 'σκοτεινός' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.