σχοινί /sxoˈni/ Noun

English
rope
Deutsch
das seil

Example

  • Το σχοινί [σχοινί / σπάγκος / κλωστή] κόπηκε κάτω από το βαρύ φορτίο.
  • The rope snapped under the heavy load.
  • Η λέξη 'σχοινί' είναι η πιο γενική και δυνατή επιλογή.