Σούπα /ˈsupa/ NounEnglishsoupDeutschdie suppeExampleΗ γιαγιά μου ετοίμασε μια χορταστική κοτόσουπα για όλη την οικογένεια.She prepared a hearty chicken soup for the family.Η λέξη 'ετοίμασε' (perfective) δείχνει ολοκληρωμένη πράξη.