Σοβαρά /so.vaˈra/ Adverb

English
severely
Deutsch
schwerwiegend / hart

Example

  • Η γέφυρα υπέστη **βαθιά** ζημιά από την πλημμύρα.
  • The bridge was severely damaged by the flood.
  • Εδώ το 'βαθιά' δίνει την αίσθηση της δομικής βλάβης.