Θέση /'θesi/ Noun

English
stance
Deutsch
haltung

Example

  • Ποια είναι η [στάση] (άποψη / θέση / κοσμοθεωρία) της εφημερίδας για τον πόλεμο;
  • What is the newspaper's stance on the war?
  • Εδώ η 'στάση' είναι η επίσημη γραμμή του μέσου.