στολή /stoˈli/ Noun
- English
- uniform
- Deutsch
- die uniform
Example
- Το καπέλο είναι μέρος της σχολικής [στολή] (ομοιόμορφη ενδυμασία / ενιαία ενδυμασία / τυποποιημένη ενδυμασία) — η σχολική εμφάνιση είναι σημαντική.
- The hat is part of the school uniform.
- Στην Ελλάδα, η σχολική στολή είναι πολύ συνηθισμένη.