Πίεση /piˈesi/ Noun
- English
- stress
- Deutsch
- der stress / belastung
Example
- Καταφέρνει να διαχειριστεί το **στρες** της καθημερινότητας με διαλογισμό.
- She manages her stress through daily meditation.
- Το 'διαχειρίζεται' (από το διαχειρίζομαι) είναι η μαγική λέξη εδώ.