Επίπεδο / Στρώση /eˈpipeðo/ NounEnglishlayerDeutschschichtExampleΜια λεπτή στρώση σκόνης κάλυπτε τα παλιά βιβλία.A thin layer of dust covered the old books.Το 'στρώμα' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.