Στούντιο /ˈstu.di.o/ Noun
- English
- studio
- Deutsch
- das studio
Example
- Το συγκρότημα [ηχογραφεί / ηχογράφησε] το νέο του άλμπουμ στο [στούντιο].
- The band is recording their new album in the studio.
- Το 'στούντιο' είναι οικείο και για μουσική και για τηλεοπτική χρήση.