Σχεδιασμός /sxeˈdiasmos/ Noun
- English
- planning
- Deutsch
- planung
Example
- Η Διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τον οικονομικό [σχεδιασμό].
- The department is responsible for all financial planning.
- Εδώ το «σχεδιασμός» είναι ο όρος-κλειδί για την οικονομική στρατηγική.