Ενοποιώ /eno.piˈo/ Verb

English
consolidate
Deutsch
festigen

Example

  • Με αυτή τη νέα ταινία, ο Καρυωτάκης **παγίωσε** τη θέση του ως ο κορυφαίος σκηνοθέτης της χώρας.
  • With this new movie he has consolidated his position as the country's leading director.
  • Το 'παγιώνω' δίνει έμφαση στη σταθερότητα και την αμετακίνητη θέση.