Συλλογή /sylˈoʝi/ Noun
- English
- collection
- Deutsch
- sammlung
Example
- Ήθελε να μοιραστεί την τεράστια **συλλογή** έργων τέχνης του με τον κόσμο. [Τέχνη / Κειμήλια / Αρχαιολογικά]
- He wanted to share his vast art collection with the world.
- Στην τέχνη, η 'συλλογή' είναι ο πιο φυσικός όρος.