ΣΥΜΦΩΝΙΑ /simˈfo.ni.a/ Noun

English
agreement
Deutsch
die einigung

Example

  • Υπέγραψαν ειρηνική [συναίνεση / συμφωνία / σύμφωνο] μετά από μήνες διαπραγματεύσεων.
  • They signed a peace agreement.
  • Η 'συμφωνία' είναι η πιο γενική και ζεστή επιλογή.