Σύμπτωση /simˈptot͡si/ Ουσιαστικό
- English
- coincidence
- Deutsch
- der zufall
Example
- Ήταν μια παράξενη σύμπτωση (σύμπτωση / σύμπτωσις / σύμπτωση τύχης) που και οι δύο φτάσαμε την ίδια στιγμή.
- It was a strange coincidence that we both arrived at the same time.
- Το 'παράξενη' τονίζει το απίθανο της συνάντησης.