Συνεργάσιμος /sɪnɛrɣaˈsimos/ Επιθετικό
- English
- cooperative
- Deutsch
- kooperativ
Example
- Ο μάρτυρας ήταν πολύ **συνεργατικός** με την αστυνομική έρευνα.
- The witness was very cooperative with the police investigation.
- Εδώ τονίζεται η θετική στάση απέναντι στην εξουσία.