συστάδα /sisˈtaða/ Noun

English
cluster
Deutsch
ansammlung

Example

  • Η τηλεσκοπική εστίαση είναι πάνω σε μια πυκνή συστάδα άστρων. [Συστάδα / Σμήνος / Συγκέντρωση] — της: Η τηλεσκοπική εστίαση είναι πάνω σε μια πυκνή συστάδα άστρων.
  • The telescope is focused on a dense cluster of stars.
  • Στην αστρονομία, η 'συστάδα' είναι η μαγική λέξη.