Συζήτηση /siˈziːtisi/ Noun

English
conversation
Deutsch
gespräch

Example

  • Είχαμε μια μακράν συζήτηση (οικοδόμηση / δημιουργία / καθιέρωση) για το μέλλον μας.
  • We had a long conversation about our future.
  • Η 'συζήτηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.