αντιπαράθεση /antiparáθesi/ Noun
- English
- debate
- Deutsch
- die debatte
Example
- Η τηλεοπτική [INLINE SYNONYMY: φιλοσοφική διαμάχη (ανάλυση/κριτική/αντίκρουση)] των προεδρικών υποψηφίων κράτησε εκατομμύρια θεατές.
- The televised presidential debate drew millions of viewers.
- Το «debate» στην πολιτική είναι σχεδόν πάντα «τηλεοπτική συζήτηση».