σύζυγος /siˈziɣos/ Noun

English
husband
Deutsch
ehemann

Example

  • Μου τον σύστησε η [σύζυγος / σύντροφός της / αγαπημένος της] στο πάρτι.
  • She introduced me to her husband at the party.
  • Το 'σύζυγος' είναι ουδέτερο, το 'σύντροφος' πιο ζεστό.