ταυτόχρονα /tafˈtoχrona/ Επίρρημα

English
simultaneously
Deutsch
gleichzeitig

Example

  • Η εφαρμογή ενημερώνεται ταυτόχρονα στο κινητό και στο τάμπλετ μου.
  • The app updates simultaneously on your phone and tablet.
  • Η λέξη 'ταυτόχρονα' δένει άψογα με ρήματα δράσης.