Τερματικός /tɛrminˈd͡zɪkos/ NounEnglishterminalDeutschder terminalExampleΆνοιξε ένας δεύτερος [Τερματικός Σταθμός] πέρυσι.A second terminal was opened last year.Η λέξη 'σταθμός' είναι απαραίτητη για σαφήνεια.