θαλάσσιος /mərɪn/ Adjective

English
marine
Deutsch
maritim

Example

  • Η πετρελαιοκηλίδα προκάλεσε σημαντική ζημιά στη [θαλάσσια / πελαγίσια / ωκεάνια] ζωή.
  • The oil spill caused significant damage to marine life.
  • Το 'θαλάσσια' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.