Θέα / Άποψη /'θe.a/ Noun
- English
- view
- Deutsch
- aussicht / ansicht
Example
- Η [θέα] (τοπίο / πανοραμική εικόνα) της εξοχής ήταν μαγευτική.
- There were magnificent views of the surrounding countryside.
- Χρησιμοποιούμε το 'μαγευτική' για να τονίσουμε την ομορφιά.