θεωρητικός /θe.o.riˈti.kos/ Επιθετικό

English
theoretical
Deutsch
theoretisch

Example

  • Το μάθημα προσφέρει μια **θεωρητική** προσέγγιση στη διοίκηση.
  • The course provides a theoretical approach to management.
  • Εδώ τονίζει την έμφαση στις αρχές, όχι στα εργαλεία.