τακτοποιημένος /ˈtaɪdi/ Adjective
- English
- tidy
- Deutsch
- ordentlich / aufräumen
Example
- Κρατάει ένα πολύ [επιμελημένος] γραφείο. (Κρατάει ένα πολύ [τακτοποιημένος] γραφείο.)
- She keeps a very tidy desk.
- Το 'επιμελημένος' τονίζει την προσοχή στη λεπτομέρεια.