οξύνω /oˈksino/ Verb
- English
- heighten
- Deutsch
- intensivieren
Example
- Το περιστατικό έτεινε να [τονίσω/τονίσει/τονίσει] το δημόσιο άγχος.
- The incident served to heighten public anxiety.
- Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο (τονίσει) γιατί είναι μία ολοκληρωμένη πράξη.