τόνος /ˈto̞no̞s/ Noun

English
tone
Deutsch
der tonfall

Example

  • Μίλησε με ψιθύρισε **τόνο** για να μην ξυπνήσει το μωρό.
  • She spoke in hushed tones so the baby wouldn't wake up.
  • Εδώ ο 'τόνος' είναι η ένταση και η ποιότητα της φωνής.